ξεφτιλίζω

εξευτελίζω, ταπεινώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ἐξ-ευτελίζω* (βλ. λ. ξ[ε]-), με σίγηση τού αρκτ. φωνήεντος και αφομοιωτική τροπή τού -ε- σε -ι-].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ξεφτιλίζω — ξεφτιλίζω, ξεφτίλισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ξεφτιλίζω — [ксэфтилизо] р. унижать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ξεφτιλίζω — ξεφτίλισα, και ξεφιτιλίζω ξεφιτίλισα 1. καθαρίζω το φιτίλι, τη θρυαλλίδα του λυχναριού: Σαν κάποιον να ξεφτίλιζε, ν άναβε το καντήλι (Βαλαωρίτης). 2. ξύνω, πειράζω: Μην ξεφιτιλίζεις το σπυρί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξ(ε)- — (Μ ξ[ε] ) αχώριστο μόριο ρημάτων (προρρηματικό) που επεκτάθηκε και σε ουσιαστικά. Προήλθε από την πρόθεση ἐκ / ἐξ. Η μορφή ξ ερμηνεύεται από ρ. συνθ. με την πρόθεση έξ, με σίγηση τού αρκτικού ε (πρβλ. ξανοίγω < ἐξ ανοίγω, ξαρματώνω < ἐξ… …   Dictionary of Greek

  • ξεφτίλα — η 1. ταπείνωση, εξευτελισμός 2. (για πρόσ.) αχρείος, τιποτένιος, εξευτελισμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχηματισμός από το ξεφτιλίζω] …   Dictionary of Greek

  • ξεφτίλισμα — το [ξεφτιλίζω] εξευτελισμός, ταπείνωση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.